Ευθύνες εταιρειών και δικαιώματα εργαζομένων σε περίπτωση κρούσματος COVID-19

Η παγκόσμια αναταραχή σε θέματα εταιρικής ευθύνης λόγω της πανδημίας και τι λέει το ελληνικό Δίκαιο. Η περίπτωση των ξενοδοχείων και οι γκρίζες ζώνες για τις ευθύνες απέναντι σε υπαλλήλους και πελάτες. Τι ισχύει για το δικαίωμα άρνησης του εργαζομένου και για την ατομική ευθύνη διοικήσεων και μελών των ΔΣ.

Σε σχέση με την ευθύνη των επιχειρήσεων απέναντι στους εργαζομένους και πελάτες, ήδη στις ΗΠΑ αναπτύσσεται έντονος διάλογος αναφορικά με πιθανές νομοθετικές πρωτοβουλίες καθορισμού «ασφαλών λιμένων», συγκεκριμένων δηλαδή πλαισίων μέσα στα οποία δεν θα μπορεί να γίνει δεκτή αγωγή αποζημίωσης σε βάρος των επιχειρήσεων. Τούτο διότι οι επιχειρήσεις καλούνται να ανοίξουν τις εγκαταστάσεις τους, όταν είναι πολύ πιθανόν να βρεθούν αντιμέτωπες με κρούσματα Covid-19 εντός του χώρου εργασίας ή εξυπηρέτησης των πελατών τους. Η λογική είναι να καθοριστούν επακριβώς συγκεκριμένα μέτρα ασφαλείας που θα πρέπει να λαμβάνονται ανά είδος επιχείρησης, σε περίπτωση τήρησης των οποίων να μην τίθεται ζήτημα ευθύνης τους.

Ήδη διάφοροι φορείς ανά τον κόσμο έχουν εκδώσει σχετικές οδηγίες για τη λήψη μέτρων προστασίας. Έτσι, για παράδειγμα, το Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Ασθενειών των ΗΠΑ (CDC) έχει εκδώσει ειδικά εγχειρίδια όπου περιγράφονται επακριβώς οι ενέργειες των εργοδοτών-επιχειρήσεων σε περίπτωση υποψίας κρούσματος Covid-19. Αντίστοιχες οδηγίες υπάρχουν και για την πρόληψη αυτού του ενδεχομένου.

Ενδεικτικά αναφέρονται μέτρα όπως υιοθέτηση ευέλικτων μορφών εργασίας (τηλεργασία κ.ο.κ.) και ευέλικτων ωραρίων, αύξηση αποστάσεων μεταξύ εργαζομένων και πελατών, παροχή υπηρεσιών από απόσταση, αύξηση ρυθμού ανανέωσης αέρα και βελτίωση υφιστάμενων συστημάτων εξαερισμού, παροχή καθαριστικών μέσων και τοποθέτησή τους σε όλους τους χώρους εργασίας, τοποθέτηση ενημερωτικών φυλλαδίων, συχνός καθαρισμός χώρων και επιφανειών (πόμολα, πληκτρολόγια κ.ά.) κ.ο.κ. Μάλιστα η ελληνική Διοίκηση παραπέμπει συχνά στις οδηγίες του CDC (βλ. λ.χ. & ΔΙΑΒΑΣΕ πρόσφατη εγκύκλιο Υπουργείου Υγείας οικ. 26635/23.4.2020 σχετικά με λήψη μέτρων κατά τη χρήση κλιματιστικών μονάδων).

Καθώς, λοιπόν, εισερχόμαστε πλέον σε μια νέα περίοδο μετά το αρχικό ξέσπασμα της πανδημίας, έχουν αρχίσει ολοένα και περισσότερο να γεννώνται προβληματισμοί για την τυχόν ευθύνη των επιχειρήσεων, όχι μόνο απέναντι στους εργαζόμενούς της αλλά και απέναντι στους πελάτες της από μη τήρηση μέτρων ασφαλείας. Ποια μέσα ατομικής προστασίας θα πρέπει να χορηγούνται; Ποια η ευθύνη των επιχειρήσεων και των Διοικητικών Συμβουλίων των εταιρειών; Ποια η ευθύνη των ξενοδοχείων και επιχειρήσεων εστίασης; Ερωτήσεις που είναι βέβαιο ότι θα χρειαστεί να βρουν απάντηση μέσα στους επόμενους μήνες και που πολύ πιθανόν να τύχουν εξέτασης και εντός των δικαστικών αιθουσών.

Σε σχέση με το ελληνικό δίκαιο, πολύ συνοπτικά, μπορούν να παρατηρηθούν τα κάτωθι:

1. Η επιχείρηση δεν πρέπει να μεριμνά μόνο για τους εργαζόμενούς της αλλά και για τους πελάτες της. Όπως έχει αναφέρει στο παρελθόν και ο Άρειος Πάγος, υποχρέωση προστασίας υπάρχει και όταν επιχείρηση έχει απευθύνει στο κοινό πρόσκληση να επισκέπτεται ή να χρησιμοποιεί ορισμένο χώρο της, οπότε οφείλει να έχει λάβει κάθε μέτρο αναγκαίο και πρόσφορο για την ασφάλεια των επισκεπτών (ΑΠ 5/2001).

Σε σχέση δε με τις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, και ο ξενοδόχος, ομοίως, έχει υποχρέωση προστασίας των πελατών του, λαμβάνοντας μέτρα αποτροπής κινδύνων και τήρησης κανόνων υγιεινής. Φυσικά ανακύπτει το ερώτημα ποια είναι τα αναγκαία αυτά μέτρα και πού ακριβώς ορίζονται. Εφόσον υπάρχει ένα ειδικό πλαίσιο κανόνων προστασίας προβλεπόμενο από τη νομοθεσία μας, τότε μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι εφόσον αυτό τηρείται από την επιχείρηση, δεν μπορεί να τεθεί ζήτημα ευθύνης της για την μη λήψη τυχόν άλλων επιπρόσθετων μέτρων που θα μπορούσε να είχε λάβει.

Όταν, όμως, το πλαίσιο δεν είναι καθορισμένο επακριβώς, όπως για παράδειγμα στην περίπτωση της Covid-19, που δεν έχει ακόμα προλάβει διοίκηση και νομοθέτης να καθορίσουν συγκεκριμένο και λεπτομερές σχέδιο ενεργειών, τότε θα πρέπει η επιχείρηση να τηρεί τους άγραφους κανόνες επιμέλειας που η τήρησή τους θεωρείται επιβεβλημένη από κάθε μέσο λογικό επιχειρηματία του οικείου κύκλου δραστηριότητας.

Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι η επιχείρηση θα πρέπει να τηρεί τις συστάσεις του ΕΟΔΥ και των αρμόδιων φορέων, ακόμα κι αν αυτές δεν έχουν λάβει τη μορφή νόμου-κανόνα δικαίου (βλ. λ.χ. απόφαση Αρείου Πάγου 1629/2010 όπου κρίθηκε ότι εφόσον έχουν καθορισθεί νομοθετικά εκ των προτέρων συγκεκριμένοι όροι ασφαλείας σε μια επιχείρηση για την προστασία πελατών και προσωπικού, δεν μπορεί να αξιωθεί η λήψη πρόσθετων μέτρων ούτε κατά την καλή πίστη).

2. Στις 9/3/2020 λ.χ. ο Γενικός Γραμματέας Δημόσιας Υγείας εξέδωσε εγκύκλιο με τίτλο «Μέτρα προστασίας της Δημόσιας Υγείας μέσω πρόληψης κατά της διασποράς του κορωνοϊού Covid-19 σε χώρους εργασίας». Στις 11/3/2020 ο ΕΟΔΥ εξέδωσε φυλλάδιο Οδηγιών για ξενοδοχεία και λοιπά καταλύματα ταξιδιωτών. Αντίστοιχα το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, σε συνεργασία με τo EΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε., εξέδωσε στα μέσα Μαρτίου 2020 Κατευθυντήριες Οδηγίες και μέτρα πρόληψης σε εργασιακούς χώρους, όπου εξειδικεύονται διάφορα μέτρα, όπως α) η παροχή στο προσωπικό μέσων ατομικής προστασίας (μάσκες, γάντια, προστατευτικά γυαλιά, προστατευτική φόρμα κ.λπ.) και η εκπαίδευση-επίβλεψη χρήσης αυτών, β) η διαμόρφωση του χώρου εργασίας ώστε να εξασφαλίζεται η ασφάλεια του προσωπικού (λ.χ. τοποθέτηση διαχωριστικών, τήρηση αποστάσεων μεταξύ γραφείων ώστε να επιτυγχάνεται μικρότερος αριθμός εργαζομένων ανά τ.μ. κ.λπ.) και ο επαρκής αερισμός του χώρου, γ) η παροχή απαραίτητων υλικών για το πλύσιμο χεριών όπως σαπούνι και χειροπετσέτες μιας χρήσης μαζί με τοποθέτηση αλκοολούχου αντισηπτικού σε κοινόχρηστους χώρους και δ) η μέριμνα για συστηματικό καθαρισμό των χώρων και των επιφανειών εργασίας όπως και του εξοπλισμού εργασίας.

3. Βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου, ο εργοδότης υποχρεούται, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα, όπως επίσης και να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων αυτών (άρθρο 42 νόμου 3850/2010). Τα μέτρα για την ασφάλεια, την υγεία και την υγιεινή, ωστόσο, κατά την εργασία σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συνεπάγονται την οικονομική επιβάρυνση των εργαζομένων.

Ο εργοδότης επιπλέον οφείλει να έχει στη διάθεσή του μια γραπτή εκτίμηση των υφισταμένων κατά την εργασία κινδύνων για την ασφάλεια και την υγεία, καθώς και να καθορίζει τα μέτρα ατομικής προστασίας που πρέπει να ληφθούν και, αν χρειαστεί, το υλικό προστασίας που πρέπει να χρησιμοποιηθεί. Η γραπτή εκτίμηση επαγγελματικού κινδύνου θα πρέπει να επικαιροποιηθεί, όπως αναφέρει και το EΛ.ΙΝ.Υ.Α.Ε, και ως προς τους κινδύνους και τα μέτρα πρόληψης από την Covid-19. Βάσει του Αστικού Κώδικα, επίσης, ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζόμενου (άρθρο 662 ΑΚ).

4. Ο εργαζόμενος επίσης έχει το δικαίωμα να αρνηθεί να παράσχει την εργασία του για όσο χρονικό διάστημα ο εργοδότης δεν λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα προστασίας, χωρίς ο τελευταίος να δικαιούται να προχωρήσει σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας και χωρίς ο εργαζόμενος να χάνει το δικαίωμα καταβολής του μισθού του (άρθρα 45 παρ. 4 νόμου 3850/10 και 325 Αστικού Κώδικα). Είναι λογικό ότι δεν μπορείς να απαιτήσεις από τον εργαζόμενο να συνεχίσει να προσέρχεται στον χώρο εργασίας χωρίς να έχει διασφαλιστεί η προστασία της υγείας του. Για παράδειγμα, κατά τη δεκαετία του ’90, ήταν αρκετές οι περιπτώσεις άρνησης εργαζομένων παροχής εργασίας σε χώρους όπου γινόταν χρήση αμίαντου από την επιχείρηση.

5. Η απόδειξη εκ μέρους του εργαζομένου ή του πελάτη ότι η μετάδοση του ιού έλαβε χώρα εντός της επιχείρησης είναι ιδιαίτερα δύσκολη. Η απόδειξη ότι η επιχείρηση δεν έλαβε τα απαραίτητα μέτρα μπορεί, υπό περιπτώσεις, να είναι ευχερής. Πώς όμως θα αποδειχθεί ότι τα -έστω ελλιπή- μέτρα ήταν εκείνα τα οποία οδήγησαν στη μόλυνση ορισμένου προσώπου με τον ιό; Θα μπορούσε λ.χ. κανείς να ισχυριστεί ότι, ενώ πράγματι τα μέτρα υπήρξαν ελλιπή, η μόλυνση επήλθε όχι εξ αυτού του λόγου αλλά από κάποια άλλη αιτία, λ.χ. εξαιτίας επαφής με φορέα εντός μέσου μαζικής μεταφοράς κατά την επιστροφή του εργαζόμενου ή του πελάτη στην οικία τους.

Είναι πράγματι ιδιαίτερα δύσκολη η απόδειξη και δεν μπορεί να συγκριθεί με λοιπές υποθέσεις, αφού ακόμα και στην επιδημία του Έμπολα, δικαστήρια της αλλοδαπής, λόγω μειωμένης εξάπλωσης, μπορούσαν πιο εύκολα να δεχτούν ή όχι σύνδεση του χώρου εργασίας με μετάδοση της ασθένειας. Φυσικά στην περίπτωση της Ελλάδας, όπου φαίνεται ο αριθμός των κρουσμάτων να κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα, πιθανόν ανάλογα με την περιοχή, να καθίσταται λιγότερο δυσχερής μια τέτοια απόδειξη.

6. Όσον αφορά δε στην ποινική ευθύνη των μελών της διοίκησης μιας εταιρείας για τη μη λήψη των απαραίτητων μέτρων, το άρθρο 285 του Ποινικού Κώδικα προβλέπει την τιμωρία όσων παραβιάζουν τα μέτρα που έχει διατάξει ο νόμος ή η αρμόδια αρχή για να αποτραπεί η διάδοση μιας μεταδοτικής ασθένειας. Η εφαρμογή της διάταξης αυτής, ωστόσο, προϋποθέτει ότι έχουν τεθεί συγκεκριμένα μέτρα από τη διοίκηση ή τον νομοθέτη. Δεν αφορά λ.χ. σε παραβίαση συστάσεων γνωμοδοτικών ή συμβουλευτικών φορέων ή παραβίαση εγκυκλίων.

Όταν, επομένως, π.χ. νομοθετηθεί το συγκεκριμένο πλαίσιο κάτω από το οποίο θα μπορούν να λειτουργούν τα καταστήματα εστίασης, τυχόν παραβίαση αυτού μπορεί να επιφέρει την ποινική τιμωρία του παραβάτη βάσει της εν λόγω διάταξης. Και μάλιστα ανεξαρτήτως του αν τελικά επήλθε η μετάδοση της ασθένειας στον συγκεκριμένο χώρο -γεγονός που ούτως ή άλλως θα είναι εξαιρετικά δυσχερές να αποδειχθεί. Διότι εκείνο που ενδιαφέρει τον ποινικό νομοθέτη στο συγκεκριμένο άρθρο είναι ότι ο δράστης έθεσε σε κίνδυνο τη ζωή και την υγεία του κοινού.

7. Ένα ακόμα ζήτημα, εξάλλου, που θα πρέπει να εξεταστεί είναι η τυχόν ατομική αστική ευθύνη των μελών Δ.Σ. ή του Διευθύνοντος Συμβούλου μιας Ανώνυμης Εταιρείας σε περίπτωση κρούσματος Covid-19 (ευθύνη προς αποζημίωση). Γιατί εκτός από την επιχείρηση, εφόσον αποδεικνύεται πταίσμα διοικητικού στελέχους ή υπαλλήλου της, μπορεί να βρεθεί αντιμέτωπος με αγωγή για χρηματική ικανοποίηση κ.ο.κ. και το ίδιο το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου.

Έχει γίνει δεκτό από τα δικαστήριά μας -χωρίς, ωστόσο, να μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι αποτελεί αποκρυσταλλωμένο ακόμα κανόνα- ότι τα μέλη της Διοίκησης δεν φέρουν προσωπική ευθύνη για παραλείψεις των κατώτερων εκτελεστικών οργάνων (διοικητικών στελεχών, προϊσταμένων, διευθυντών κοκ), εφόσον έχουν ορίσει συγκεκριμένες διαδικασίες και πρωτόκολλα ενεργειών και προχωρούν στη δέουσα εποπτεία και επίβλεψη ότι αυτά τηρούνται (βλ. και απόφαση 370/2018 του Αρείου Πάγου στην υπόθεση Marfin -η οποία ανέτρεψε αντίθετη εφετειακή- όπου κρίθηκε ότι δεν υπέχουν ευθύνη τα μέλη Δ.Σ. της τράπεζας, όταν οι υποχρεώσεις πρόνοιας είχαν ανατεθεί σε υφιστάμενα διοικητικά στελέχη και δεν τέθηκε ζήτημα πταίσματος ως προς την επιλογή ή την εποπτεία των προσώπων αυτών).

Δηλαδή, εν προκειμένω, τα μέλη του Δ.Σ. μιας εταιρείας θα πρέπει, αφενός, να δώσουν τις σχετικές εντολές στους αρμόδιους υπαλλήλους για την εφαρμογή όλων των σχετικών πρωτοκόλλων ασφαλείας και της κείμενης νομοθεσίας (ανακοινώσεων ΕΟΔΥ κοκ), αφετέρου, να επιβλέπουν ότι όντως στην πράξη τα παραπάνω τηρούνται και δεν παραμένουν γράμμα κενό. Η επίβλεψη προφανώς δεν προϋποθέτει επιτόπιο έλεγχο καθ’ όλη τη διάρκεια της ημέρας, αλλά μπορεί να περιλαμβάνει π.χ. εβδομαδιαία λήψη σχετικών αναφορών από τα διοικητικά στελέχη, πρόβλεψη λιστών ελέγχου τήρησης συγκεκριμένων μέτρων ανά χώρο εργασίας (checklists) κοκ.

ΠΗΓΗ: euro2day

Παρόμοια Άρθρα

No Image
No Image